Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Το Brexit εξοικονομεί άμεσα 8 δισ. λίρες στην κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου


Το Brexit εξοικονομεί άμεσα 8 δισ. λίρες στην κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου
Το Ινστιτούτο Δημοσιονομικών Μελετών (Institute for Fiscal Studies - IFS) είναι ένα ανεξάρτητο ερευνητικό ινστιτούτο στο Ηνωμένο Βασίλειο που έχει ως στόχο την καλύτερη δυνατή κατανόηση σχετικά με τους τρόπους που η πολιτική επηρεάζει τα άτομα, τις οικογένειες, τις επιχειρήσεις και τα οικονομικά της κυβέρνησης. Ο απώτερος σκοπός αυτής της διεργασίας είναι η επιλογή και η προώθηση της καλύτερης και πιο αποτελεσματικής οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής για την Γηραιά Αλβιόνα.

Στις 31 Ιανουαρίου 2017 το IFS δημοσιοποίησε την έκθεση R124- IFS Green Budget 2017 όπου σε 312 σελίδες και με την βοήθεια του συνδέσμου λογιστών ICAEW και του Ιδύματος Nuffield εξετάζονται τα ζητήματα και οι προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει ο υπουργός οικονομικών Philip Hammond, καθώς προετοιμάζεται για τον σύσταση του προϋπολογισμού του Ηνωμένου Βασιλείου, δηλαδή της χάραξης της μελλοντικής νομισματικής και οικονομικής πολιτικής τον επόμενο Μάρτιο.
Ένα ενδιαφέρον σημείο σε αυτή την έκθεση είναι η διαπίστωση ότι με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή ένωση θα προκύψει ένα πλεόνασμα της τάξεως των £13,4 δισ. στερλίνων. Και στην περίπτωση που η  βρετανική κυβέρνηση θελήσει να συνεχίσει να υποστηρίζει τα προγράμματα που αυτή την στιγμή χρηματοδοτούνται και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, πάλι θα προκύψει ένα πλεόνασμα της τάξεως των £8 δισ. στερλίνων.
Μια αντικειμενική εκτίμηση της παραπάνω διαπίστωσης από έγκριτα οικονομολογικά ινστιτούτα και τον βρετανικό οργανισμό επιβεβαιώνει την άποψη της έκθεσης τους. Οι προϋπολογισμοί και το κοινό νόμισμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ουσία έχουν αποσκοπήσει στην κάλυψη του τεράστιου κόστους της ενοποίησης της Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας. Επιπροσθέτως το "οικονομικό θαύμα" της Γερμανίας έχει στην ουσία καταρρεύσει από τα απανωτά πρόστιμα που έχουν επιβληθεί για τις απατηλές εμπορικές πρακτικές της. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα πρόστιμα δισεκατομμυρίων δολαρίων για  το σκάνδαλο Volkswagen και για το σκάνδαλο της Deutsche Bank.
Υπενθυμίζουμε ότι στην πρώτη περίπτωση η αυτοκινητοβιομηχανία Volskwagen είχε προγραμματίσει την ένδειξη λιγότερων ενδείξεων κατανάλωσης καυσίμου και εκπομπής σχετικών ρύπων διοξειδίου του άνθρακα με αποτέλεσμα την  εξαπάτηση της φορολογικής και εμπορικής νομοθεσίας σε πολλές χώρες της Ευρώπης αλλά και την Αμερική. Η Volkswagen είχε ανακοινώσει ότι το πρόβλημα αφορούσε σχεδόν 800 χιλιάδες αυτοκίνητα, ενώ οικονομικοί αναλυτές στο τέλος του 2015 είχαν εκφράσει σοβαρές ανησυχίες κατά πόσο η γερμανική εταιρεία θα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει το κόστος του σκανδάλου. Επιπροσθέτως ο οίκος αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Moody’s είχε υποβαθμίσει κατά μια ολόκληρη βαθμίδα την γερμανική εταιρεία. Μόνο το σκάνδαλο Volkswagen είχε φέρει σε κίνδυνο το ίδιο το γερμανικό ΑΕΠ.
Στην δεύτερη περίπτωση οι μετοχές της Deutsche Bank πήραν την επιταχυνόμενη φθίνουσα μετά από την επιβολή προστίμου £10,5 δισ. στερλίνων απο το υπουργείο δικαιοσύνης των ΗΠΑ στα πλαίσια εξωδικαστικού συμβιβασμού για την υπόθεση των ενυπόθηκων σταγαστικών δανείων που πυροδότησε την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008. Οι πρακτικές της Deutsche Bank γενικά έχουν επισύρει πλειάδα προστίμων και κατακραυγής για αθέμιτες πρακτικές. Προς απόδειξη η DB τον Ιανουάριο του 2017 συμφώνησε στην επιβολή προστίμου $95 εκατομμυρίων δολάριων από την αμερικανική κυβέρνηση για θέματα φοροδιαφυγής. Και στο πεδίο των αθέμιτων πρακτικών η DB δέχθηκε να πληρώσει πρόστιμο $425 εκατομμυρίων δολάριων για να σταματήσει η δίωξη της απο την αμερικανική κυβέρνηση για συναλλαγές καθρέπτη (mirror trading) που χρησιμοποιούνται για την παράνομη εξαγωγή κεφαλαίων.
Τον Οκτώβριο του 2016 έγκριτοι οικονομολόγοι ακόμη και από την Γερμανία, όπως από το Κέντρο Ευρωπαϊκής Οικονομικής Έρευνας (Zentrum für Europäische Wirtschaftsforschung - ZEW) του Μανχάιμ, διαπίστωναν το τεράστιο καφαλαιακό κενό της DB που άγγιζε τα 19 δισ. ευρώ. Επιπροσθέτως οι προσπάθειες της διοίκησης της DB δεν καθησύχαζαν τις διεθνείς αγορές ότι η γερμανική τράπεζα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μόνη της τα οικονομικά της προβλήματα χωρίς την βοήθεια απο το γερμανικό κράτος.
Συμπερασματικά ο έλεγχος του εθνικού προυπολογισμού, η ύπαρξη του εθνικού νομίσματος και οι σωστές πολιτικές για υγιή πρωτογενή παραγωγή είναι εξαιρετικά σημαντικές για την εύρυθμη λειτουργία μίας χώρας. Αλλά και τα τρία παραπάνω κομβικά οικονομικά σημεία αυτή την στιγμή λείπουν απο την εθνική στρατηγική της Ελλάδος. Οι θέσεις του Λαικού Σύνδεσμου Χρυσή Αυγή αποσκοπούν ακριβώς στην διόρθωση των παραπάνω προβλημάτων και στην επιστροφή της Πατρίδας μας στην πραγματική οικονομική ανάπτυξη.