ΠΑΠΑΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Συνδικαλισμός χαρακτηρίζεται, η οργάνωση των εργαζομένων σε σωματεία (συνδικάτα) με σκοπό τη βελτίωση των αμοιβών τους, των συνθηκών εργασίας και ασφάλισης καθώς και το σύνολο των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την οργάνωση αυτή.
Οι εργαζόμενοι εκπροσωπούνται στις διεκδικήσεις τους έναντι των εργοδοτών με εκλεγμένους αντιπροσώπους, οι οποίοι έχουν ως καθήκον την ανιδιοτελή και έντιμη προάσπιση και διεκδίκηση των δικαιωμάτων, καθώς και τυχόν ωφελημάτων όλων αυτών που τους εξέλεξαν.
Εδώ όμως πάει και η γνωστή σε όλους έκφραση, «καλό το παραμύθι μας, αλλά δεν έχει Δράκο».
Ο συνδικαλισμός όπως εξελίχθηκε από την μεταπολίτευση και μετά, εναρμονίσθηκε απόλυτα με τις ανέντιμες και αήθεις κυβερνήσεις, καθώς και με την αχρεία κομματική δικτατορία, παύοντας πλέον να υπηρετεί και να προασπίζεται τα δικαιώματα και τα κεκτημένα των εργαζόμενων, αποτελώντας, το κύριο μέσο στήριξης και προβολής, είτε των κυβερνητικών θέσεων, είτε των ψηφοθηρικών παιγνίων και στρατηγικών της εκάστοτε αντιπολίτευσης.
Και οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι των εργαζόμενων, εξελίχθηκαν σε επαγγελματίες εργατοπατέρες, τασσόμενοι είτε κάτω από κυβερνητικές ομπρέλες, είτε κάτω από κομματικές, αγνοώντας παντελώς αυτούς που τους εξέλεξαν και διαγράφοντας τους λόγους για τους οποίους εξελέχθησαν.
Έτσι λοιπόν ο συνδικαλισμός αποτέλεσε και αποτελεί γι αυτούς το εφαλτήριο μεταπήδησης τους στον πολιτικό στίβο, καθώς και το μέσο πλουτισμού.
Περιβεβλημένοι με εξουσίες σχεδόν προέδρου της δημοκρατίας, οσάκις αυτοί απεφάσιζαν ακολουθώντας πιστά τις εντολές της κομματικής ηγεσίας, κατέβαζαν τους διακόπτες του ηλεκτρικού ρεύματος, έκλειναν τα σχολεία εν μέσω εξετάσεων, έδεναν τα πλοία στα λιμάνια, άφηναν στους δρόμους να συσσωρεύονται σωροί απορριμμάτων και γενικά, βύθιζαν την Χώρα στο χάος.
Και εδώ θα μπορέσει να ισχυρισθεί κάποιος. Ναι, αλλά οι εργαζόμενοι στο τέλος δικαιωνόντουσαν και τα αιτήματα τους ικανοποιούνταν.
Ποτέ, μα ποτέ από την μεταπολίτευση και μετά δεν έγινε αυτό. Πάντα η «κατάσταση πολιορκίας» που επέβαλαν οι εργατοπατέρες -όχι οι εργαζόμενοι- τον Ελληνικό Λαό, διαιωνίζονταν χρονικά το μακρύτερο δυνατόν, η λαϊκή αγανάκτηση ξεχείλιζε, δημιουργείτο τεταμένη και έκρυθμη κατάσταση, η οποία πολλές φορές έφθανε στα άκρα και η κοινωνία υπέφερε. Άλλωστε αυτό ήταν το ζητούμενο από τους επαγγελματίες κομματικούς βαρόνους των συντεχνιών. Η λαϊκή αγανάκτηση, η εκρηκτική διαμαρτυρία εναντίον της εκάστοτε κυβέρνησης για την αδυναμία εξεύρεσης λύσης και τέλος η καταστολή των εργασιακών κινητοποιήσεων εκ μέρους της Πολιτείας, δια της διαδικασίας της επιστράτευσης, αναμενόμενο και επιθυμητό γεγονός που αποτελούσε την αρχή της ακατάσχετης διαμαρτυρίας και προπαγάνδας εκ μέρους των κομματικών μηχανισμών, αναφορικά με την κρατική καταστολή και την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζόμενων.
Συμπερασματικά, ο μόνος χαμένος στην όλη κατάσταση, ήταν η Ελληνική κοινωνία που υπέφερε και οι εργαζόμενοι που έβλεπαν τα αιτήματα τους να θυσιάζονται στον βωμό των κομματικών συμφερόντων και της προσωπικής προβολής των εκλεγμένων συντεχνιακών αντιπροσώπων τους, όλοι εμείς που κατά καιρούς γινόμαστε όμηροι των προσωπικών φιλοδοξιών και των κομματικών συμφερόντων, των διαφόρων Πρωτοπαπάδων, των Μπαλασόπουλων, των Μανώληδων και δεκάδων άλλων προσώπων που φιγουράρισαν και συνεχίζουν να φιγουράρουν στα διάφορα τηλεοπτικά πάνελ, όπου μέσω των πύρινων λόγων τους υπέρ των εργαζόμενων, ευλογούν τα γένια τους και εξυπηρετούν τα συμφέροντα των κομμάτων τους.
Αλλά αυτό όμως που είναι άνω ποταμών, αυτό που πλέον δεν καταπίνεται με τίποτα, είναι ο ξέφρενος πλουτισμός, πολλών από αυτών, δια πλαγίων κυρίως μεθόδων. Διότι πως είναι δυνατόν από «ξεβράκωτοι» εργατοπατέρες που ξεκίνησαν να καταλήξουν μετά από κάποια χρόνια, με καταθέσεις, επενδύσεις σε μεγάλα κεφαλαιοκρατικά funds, τα οποία φυσικά εντός κοινοβουλίου τα μάχονται και τα καταγγέλλουν, με offshore εταιρείες και πόσα άλλα κρυφά εισοδήματα.
Διότι τελικά ο κανόνας της επιτυχίας είναι ένας και αναμφισβήτητος. Με το θράσος και την επαναστατικότητα μας, καλύπτουμε την λαμογιά μας.
Εδώ φυσικά είναι αναγκαίο να επισημάνουμε για μια ακόμη φορά, ότι η εξέλιξη του συνδικαλιστικού κινήματος εν Ελλάδι, αποτελεί την απόλυτη αντιγραφή της εξέλιξης του όλου πολιτικού σκηνικού από την μεταπολίτευση και μετά. Επομένως σε μια χώρα που κυβερνάται από άθλιες και ανέντιμες κυβερνήσεις, σε μια χώρα που υπουργοί και ανώτερα κυβερνητικά στελέχη, καταλαμβάνουν μια ολόκληρη πτέρυγα εις το σωφρονιστικό ίδρυμα του Κορυδαλλού, δεν είναι δυνατόν ο συνδικαλισμός να είναι καθαρός και άμεμπτος. Και εδώ ισχύει η λαϊκή ρήση «το να χέρι νίβει τα’ άλλο και τα δυο το πρόσωπο». Και οι εργατοπατέρες όπως είπαμε εξυπηρετούν τα συμφέροντα και τους στόχους κυβέρνησης και κομμάτων και οι κυβερνήσεις και τα κόμματα, όταν γίνουν κυβερνήσεις, τους τοποθετούν άνευ προσόντων σε θέσεις κλειδιά, ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους. Σε υπουργεία, δημόσιους οργανισμούς, νοσοκομεία.
Από εκεί και έπειτα λοιπόν μας προέκυψαν και συνεχίζουν να προκύπτουν οι διάφοροι Τομπούλογλου, οι οποίοι πλέον την αρπαχτή την θεωρούν δεδομένη και δικαιούμενη.
Από εκεί και έπειτα λοιπόν μας προέκυψαν και συνεχίζουν να προκύπτουν οι διάφοροι Τομπούλογλου, οι οποίοι πλέον την αρπαχτή την θεωρούν δεδομένη και δικαιούμενη.
Διότι και γιατί να το κρύψομεν άλλωστε, (όπως λέει ο γνωστός και μη εξαιρετέος) ένα κράτος κλέφτης και απατεώνας, που οι υπουργοί και τα ανώτερα κυβερνητικά στελέχη εκτός από τους τρανταχτούς μισθούς και τα γενικότερα προνόμια τους, φοροδιαφεύγουν και χρηματίζονται, τι άλλη μέθοδο εκτός από αυτή της αρπαχτής μπορεί να προβάλει.
Το Εθνικιστικό Κίνημα πάντα δίπλα στον Έλληνα εργαζόμενο, φιλοδοξεί να δημιουργήσει σε όλους τους χώρους εργασίας συντεχνιακές οργανώσεις, με έντιμους και υπεύθυνους εκλεγμένους αντιπροσώπους, οι οποίοι θα υπερασπίζονται και θα προβάλουν τα αιτήματα των κλάδων τους, πάντα με γνώμονα την ευημερία και την ακμή του κοινωνικού συνόλου. Αγωνιζόμαστε για μια υγιή κοινωνία με αξιοπρεπείς και ευτυχείς εργαζόμενους, όχι για μια κοινωνία όπου θα ευημερούν εις βάρος του συνόλου, τα παράσιτα και οι κηφήνες.
Διότι όπως έχουμε αναφέρει ξανά στο παρελθόν, κύριος σκοπός του συνδικαλισμού, είναι να γεμίζει καθημερινά το πιάτο του εργαζομένου, όχι τις τσέπες των εργατοπατέρων.
ΠΑΠΑΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
