Κυριακή, 21 Ιουλίου 2019

Ο Ελληνισμός θα υπερνικήσει τον νεοραγιαδισμό του «Συνταγματικού Τόξου»


Ο Ελληνισμός θα υπερνικήσει  τον νεοραγιαδισμό του «Συνταγματικού Τόξου»
Δεν είναι φαινόμενο νέο η απόπειρα που εκτυλίσσεται στον καιρό μας για αναθεώρηση της ιστορίας. Πάντοτε υπήρχε μια αμφίδρομη σχέση αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις  κοινωνικές και επιστημονικές εξελίξεις και στην εικόνα και τις εκτιμήσεις των γεγονότων. Μια σχέση που έχει να κάνει με την υποκειμενικότητα της ανθρώπινης παρατήρησης και αξιολόγησης αυτών των γεγονότων.

Αναδιφώντας ωστόσο τα αίτια της νεοελληνικής κατάρρευσης, διαπιστώνει κανείς ότι αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, δεν έχει σχέση με τον υποκειμενισμό της ανθρώπινης κρίσης. Διότι ενώ απαλλαγήκαμε από την παραχάραξη που τεχνηέντως επεχείρησε να επιβάλλει η σχολή του παλαιομαρξιστικού ιστορικού υλισμού κατά τον εικοστό αιώνα, βλέπουμε να αναπτύσσεται τελευταία μια νέα τάση ιστορικού υλισμού. Μια τάση που μέσω του «συνταγματικού τόξου» έχει επιφέρει τον συγκερασμό «εις σάρκαν μίαν» των απωθημένων των παλαιών μαρξιστών με τις φιλοδοξίες νέων καπιταλιστικών «οραμάτων».
Πρόκειται για μια τάση η οποία μάχεται να διαστρεβλώσει με απίστευτα και συνειδητά ψεύδη την ιστορική αλήθεια, επικαλούμενη την «αντικειμενικότητα της επιστήμης και την αναγκαιότητα «συμφιλίωσης των λαών». Στην πραγματικότητα όμως αυτό για το οποίο μάχεται επιταχύνοντας όλο και περισσότερο την νεοελληνική κατάρρευση είναι η εξασφάλιση της ελευθερίας - ασυδοσίας των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και της εμπορευματοποίησης των πάντων.
Έσχατα συμπτώματα αυτού του φαινομένου, του επιστημονικά μεν φαιδρού αλλά εξαιρετικά εξοργιστικού, λόγω της μετ’ επιτάσεως προβολής του από τα μεγάλα μέσα μαζικής ενημέρωσης, συνιστούν τόσο οι “Πρέσπες”, όσο και η  απόπειρα να επανερμηνευθεί το κορυφαίο γεγονός της Επανάστασης του ’21, αλλά και γενικότερα, η περίοδος της τουρκοκρατίας που προηγήθηκε. Και πάνω σε αυτή την επανερμηνεία – παρερμηνεία να οικοδομηθεί το «λαμπρό» μέλλον της Ελλάδος.
Όλα αυτά βέβαια προβάλλονται από μια ιντελιγκέντσια κοινωνιολογικά αγράμματη, αφού φαίνεται να αγνοεί τη σχέση αλληλουχίας μεταξύ των εννοιών φυλής, έθνους, εθνικού κράτους, αλλά και ιστορικά αστοιχείωτης αφού αγνοεί (;) την πληθώρα των ιστορικών πηγών και τις μαρτυρίες που αποδεικνύουν την ύπαρξη μιας ελληνικής συνείδησης και παρουσίας, χιλιάδες χρόνια τώρα, που διαψεύδει απόλυτα την «επιστημονική τεκμηρίωση» των απόψεών τους. 
Μια «τεκμηρίωση» που έχει τεράστια σημασία και τρομερές συνέπειες. Διότι αν υποθέσουμε ότι οι θέσεις τους αντανακλούν την πραγματικότητα και ότι όντως «είμαστε παιδιά των Οθωμανών», όπως πρεσβεύει το κόμμα που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας για μια ακόμη φορά (ενώ παράλληλα δηλώνει ότι θα σεβαστεί και θα τηρήσει την συμφωνία των Πρεσπών), ο απελευθερωτικός αγώνας του ελληνικού έθνους για την ανάκτηση της πολιτικής του ελευθερίας στις ιστορικές του κοιτίδες, είναι απλώς μια επεκτατική εξόρμηση. Ένα ακόμη δήθεν νοσηρό ιδεολόγημα του Ελληνικού Εθνικισμού. Αυτό ακριβώς δηλαδή που υποστήριζαν πάντοτε οι Τούρκοι με την ανοχή αν όχι την προτροπή της Δύσης.
Ο Παπαρηγόπουλος ωστόσο τους δίνει την απάντηση: «Τα δυο στοιχεία έμειναν άμεικτα προς άλληλα, όπως το ύδωρ και το έλαιον. Το έθνος λοιπόν του 1821 υπήρξεν αυτό το έθνος του 1453. Ηθικώς, διανοητικώς και αριθμητικώς υπέστη αλλοιώσεις. Εθνολογικώς ουδεμίαν».
Σύμφωνα δε με τον έγκριτο ιστορικό, όχι μόνον δεν είμαστε «παιδιά των Οθωμανών», αλλά υπολογίζει σε 1.000.000 τα παιδιά που αρπάχτηκαν και εντάχθηκαν στους γενίτσαρους, κάτι που συνετέλεσε καθοριστικά στην απαλοιφή σε μεγάλο βαθμό των τουρανικών χαρακτηριστικών από το νεώτερο τουρκικό έθνος.
Όχι πως έλειψαν περιπτώσεις ενδοτισμού και εκούσιου εξισλαμισμού (βλ. «Τούρκους» της σημερινής Θράκης), ή το φαινόμενο γονείς να παραδίδουν πρόθυμα τα παιδιά τους για να ζήσουν με άνεση και να σταδιοδρομήσουν μέσα από τις τάξεις των κατακτητών.
Μήπως όμως σε κάθε δουλεία δεν βλέπουμε τέτοια φαινόμενα; Κάτι ανάλογο δεν είναι και αυτό που γίνεται και σήμερα με τα «καλύτερα μυαλά» να φεύγουν για τις χώρες από τις οποίες μεθοδεύεται η εξόντωση της δικής μας χώρας; Παιδομάζωμα δεν είναι κι αυτό;
Αυτές οι ίδιες χώρες δεν ήταν που κατά τη μετα-μεσαιωνική περίοδο με τις ιδέες του «Διαφωτισμού» και την εκθαμβωτική οικονομική τους ανάπτυξη, φάνταζαν στα μάτια των ραγιάδων σαν η αναμφισβήτητα μοναδική οδός συλλογικής ευτυχίας; Πόσο διαφορετικό ήταν εκείνο από αυτό που συμβαίνει σήμερα που τα θρέμματα του μαρξιστικού ολοκληρωτισμού (βλ «γενιά του Πολυτεχνείου») διαχειρίζονται την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, «επανερμηνεύοντας» την ιστορία;
Αυτά τα «θρέμματα» τα σπουδαγμένα στα πανεπιστήμια της Εσπερίας δεν είναι που κατέχουν σήμερα όλες τις περίοπτες θέσεις στον κυβερνητικό μηχανισμό του ελληνικού κράτους, επ’ ωφελεία φυσικά των ξένων εντολέων τους;
Ο Παπαρηγόπουλος όμως είναι σαφής και διαχρονικός και στο σημείο αυτό: «Τα μεγαλύτερα αξιώματα αποδίδονταν εις τους εξωμότας».
Στην ιστορία μας όμως δεν υπήρξαν, ούτε υπάρχουν μόνον αυτοί. Υπάρχουν και εκείνοι που κράτησαν το έθνος μας ζωντανό. Και αυτοί υπήρξαν αναρίθμητοι στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Και αυτοί, και τότε και τώρα, δεν ήταν ούτε είναι απλώς ελληνόφωνοι και τέκνα των Οθωμανών, όπως διδάχτηκαν στα ξένα πανεπιστήμια οι νεοραγιάδες του «συνταγματικού τόξου», αλλά Έλληνες. Έλληνες συνειδητοί.  
Ο σύγχρονος λοιπόν κόσμος που για χρόνια πολλά στενάζει κάτω από τη δικτατορία της μετριότητας, της ιδιοτέλειας, της σκοπιμότητας και τον μεθυστικό στόμφο των τεχνολογικών κατακτήσεων του ιστοριοκεντρικού πολιτισμού, που στηρίζουν και οι Έλληνες εξωμότες – νεοραγιάδες, είναι ένας κόσμος που καταρρέει.
Όσο και αν ξενίζει αυτή η διαπίστωση την πολύπλαγκτη αριστερά που κυβερνά το σύγχρονο κόσμο με τις ευλογίες του καπιταλισμού, η συζήτηση περί του νοήματος της ζωής και του κόσμου που έχει αρχίσει ξανά, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να την ανακόψουν,  επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά την πανάρχαια ελληνική ανακάλυψη: πως όσο υπάρχει (ο Έλληνας) άνθρωπος θα υπάρχει πάντα ροπή προς την έσχατη αναμέτρηση και για κάτι που θα εγγυάται όχι την επιβίωση αλλά τη διαιώνιση. Για κάτι που δεν μετριέται ούτε με εκλογικά ποσοστά ούτε «με το στρέμμα». Αλλά για κάτι πέρα από τα κοινά μέτρα και τα προσχήματα, πέρα από τις ζωτικές ψευδαισθήσεις και τα εφήμερα επιτεύγματα που ξεγελούν αλλά μονάχα προσώρας παρηγορούν.  
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ